Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα interviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα interviews. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6.4.11

Debtocracy

Έχεις διαβάσει για αυτό. Ξέρεις πάνω κάτω τί είναι και πως δημιουργήθηκε. Διάβασε και τι είπε ο ένας εκ των δημιουργών, ο Άρης Χατζηστεφάνου.

 Κατερίνα Κιτίδη - Άρης Χατζηστεφάνου

 

Debtocracy: Ένα μεγάλο πείραμα με μεγάλο ρίσκο

Χωρίς χορηγούς, χωρίς μεγάλες εταιρείες από πίσω, με μοναδική οικονομική στήριξη από την τεράστια ανταπόκριση του κοινού, που απάντησε στην πρόσκλησή τους για συμμετοχή, ο Άρης Χατζηστεφάνου και η Κατερίνα Κιτίδη δημιούργησαν το «Debtocracy - Χρεοκρατία».
Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που τολμά να ψάξει και να αναλύσει τους λόγους και τις αιτίες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση του σήμερα. Το «Debtocracy» βγαίνει στον αέρα απόψε (μέσα από το www.debtocracy.gr και το www.xreokratia.gr) και αποτελεί το πρώτο ντοκιμαντέρ στην ιστορία της Ελλάδας που δημιουργήθηκε από τον κόσμο για τον κόσμο, από δύο δημοσιογράφους που τόλμησαν να τα βάλουν με το «σύστημα» και να σπάσουν το τηλεοπτικό και κινηματογραφικό κατεστημένο, που θέλει να απαιτούνται τεράστια χρηματικά ποσά για τη δημιουργία ενός τόσο μεγάλου project.


Με μακρά πορεία στο χώρο της δημοσιογραφίας και οι δύο [o Άρης Χατζηστεφάνου είναι δημιουργός του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού Infowar και αρχισυντάκτης στο The Press Project (www.thepressproject.gr) και η Κατερίνα Κιτίδη αρχισυντάκτρια στο www.tvxs.gr], παραθέτουν μια ανάλυση του προβλήματος και προτείνουν λύσεις που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Λίγες ώρες πριν το Debtocracy «βγει στον αέρα», ο Άρης Χατζηστεφάνου μίλησε για το ντοκιμαντέρ που πολλοί περιμένουν με αγωνία να δουν.



Τι είναι καταρχήν το «Debtocracy»;
Είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ με τέτοιο μέγεθος παραγωγής που βγαίνει στην Ελλάδα, με αποκλειστικά όλο το κόστος παραγωγής να έχει καλυφθεί από τον κόσμο που μας έστειλε χρήματα, κι ίσως ένα από τα πρώτα τέτοιου μεγέθους που μοιράζεται δωρεάν, χωρίς κανένα δικαίωμα χρήσης ή αναμετάδοσης. Μπορεί δηλαδή να το πάρει όποιος θέλει και να το προβάλει, είτε είναι μια διοργάνωση, είτε ένα μεγάλο κανάλι, όποιος θέλει.

Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ για το χρέος, αλλά πιάνει και θέματα για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και της ευρωπαϊκής κρίσης πριν φτάσει στην Ελλάδα, με έναν εναλλακτικό τρόπο. Και για αυτόν το λόγο απευθυνθήκαμε και σε ορισμένους από τις «κορυφές» των λεγόμενων μη ορθόδοξων οικονομικών, όπως o Σαμίρ Αμίν ο οικονομολόγος, o Ντέιβιντ Χάρβεϊ ή ο Κώστας Λαπαβίτσας, αλλά και σε φιλόσοφους όπως ο Αλέν Μπαντιού. Παράλληλα απευθυνθήκαμε σε αυτούς στον Ισημερινό που έστησαν την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου.

Μέσα από αυτό οι άνθρωποι που ήταν υπεύθυνοι για αυτήν την επιτροπή είπαν πως αυτά που καλείται να πληρώσει ο κόσμος, ένα μεγάλο μέρος αυτού του χρέους, είναι παράνομο ή είναι απεχθές, όπως λέγεται, ή μη νομιμοποιημένο. Εν ολίγοις, πως δεν οφείλει ο κόσμος να το πληρώσει. Και έφτιαξαν αυτήν την επιτροπή, άνοιξαν τα λογιστικά βιβλία και είδαν πως αυτό κι αυτό είναι παράνομο και άρα δεν το πληρώνουμε.

Μια τέτοια επιτροπή ή μάλλον μια πρωτοβουλία για να φτιαχτεί μια τέτοια επιτροπή υπάρχει ήδη και στην Ελλάδα, με γνωστά ονόματα από πίσω, όπως ο καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας, μια πρωτοβουλία που έχει και τη στήριξη από εκατοντάδες άτομα και προσωπικότητες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εμείς παρακολουθούμε την πορεία αυτής της πρωτοβουλίας, παράλληλα με την πορεία της κρίσης.


Για ποιους λόγους αποφασίσατε να δημιουργήσετε ένα τέτοιο project χωρίς τη συμβολή κάποιου χορηγού ή παραγωγού και στραφήκατε στον κόσμο;
Θέλαμε να αποφύγουμε δεσμεύσεις, οικονομικές ή πολιτικές. Το να έχεις χορηγό μια μεγάλη εταιρεία ή ακόμα και μια πολιτική παράταξη σημαίνει ότι μπορεί να θελήσει άμεσα ή έμμεσα να παρέμβει στο έργο σου. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί με την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, αλλά να σου λέει μην ασκήσεις κριτική στην ευρωζώνη ή σε ξένες εταιρείες. Αυτό πιστεύαμε πως δεν μπορούσε να γίνει. Κάναμε ένα μεγάλο πείραμα με μεγάλο ρίσκο.

Το «Debtocracy» το ξεκινήσαμε πριν καν το πούμε στον κόσμο και είχαμε ήδη φτάσει να βάλουμε 5.000 ευρώ από την τσέπη μας. Από τη στιγμή όμως που το ανακοινώσαμε, το κόστος παραγωγής καλύφθηκε από το κοινό μέσα σε μία εβδομάδα, κάτι απίστευτο, και μάλιστα δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε τον κόσμο να δίνει χρήματα όταν είχαμε ήδη ενημερώσει ότι το βασικό κόστος έχει καλυφθεί και ότι τώρα καλύπτουμε τα έξοδα διανομής. Ήταν απίστευτη η ανταπόκριση.


Έχουν περισσέψει δηλαδή χρήματα;
Όταν μιλάμε για διανομή, δεν μπορούμε να λέμε πως μας έχουν περισσέψει χρήματα. Κι αυτό γιατί όσα λεφτά και να πάρεις, αυτά θα διατεθούν σε αφίσες, σε διαφημίσεις, σε προώθηση, να κοπούν DVD για ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα να το δουν στο Ίντερνετ.

Παρ’ όλα αυτά σκεφτόμαστε μήπως τελικά θα πρέπει να υπάρξει κι ένα επόμενο βήμα. Να πούμε δηλαδή πως η ομάδα σκοπεύει να κάνει κάτι στο μέλλον, αυτοί που δώσατε ήδη ή αν επιθυμείτε να συνεχίσετε να ενισχύετε, τα χρήματα θα πάνε σε μια επόμενη παραγωγή κι αν δεν συμφωνείτε με αυτήν την παραγωγή, θα σας τα επιστρέψουμε.


Συναντήσατε εμπόδια κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Καταρχήν βρέθηκαν άνθρωποι στην ομάδα που έκαναν κι άλλες δουλειές να πρέπει να δουλεύουν παράλληλα και για το «Debtocracy», και αυτό τεχνικά σου βγάζει διάφορα προβλήματα στη φόρα.

Παρ’ όλα αυτά υπήρχαν επαγγελματίες, όπως ο μοντέρ ο Άρης Τριανταφύλλου, η BitsnBytes του Κώστα Εφήμερου, η εταιρεία που ανέλαβε να βοηθήσει στην παραγωγή, άνθρωποι που είχαν δουλέψει και στο παρελθόν σε ανάλογα projects κι έτσι καταφέραμε, ενώ δεν υπήρχε τίποτα έτοιμο, να το ετοιμάσουμε, ξεπερνώντας όλοι τους εαυτούς μας και κάνοντας όλοι πράγματα που δεν γνωρίζαμε, όπως εγώ να κάνω κάμερα ή να φτιάχνω το φωτισμό...

Αν τώρα εννοείς και σε πολιτικές, δεν υπήρχε κάτι άμεσο. Αυτό που μπορώ να πω εγώ και μόνο βάσει αίσθησης είναι ότι έχει ήδη ενοχλήσει πριν καν κυκλοφορήσει.


Τι κερδίσατε και τι χάσατε κάνοντας το «Debtocracy»;
Νομίζω πως νικήσαμε το φόβο πως μια τέτοια παραγωγή χρειάζεται από πίσω μεγάλες εταιρείες παραγωγής ή χρηματοδότες και καταλάβαμε ότι μπορούμε να παίρνουμε μια κάμερα και να γυρνάμε τον κόσμο και να βγάζουμε κάτι αξιοπρεπές και αισθητικά. Το μόνο που χάσαμε ήταν εβδομάδες ύπνου...


18.10.10

This is Pan Pan calling




Η συνέντευξη του Pan Pan δημοσιεύτηκε σήμερα στη Metro. 
Εδώ θα βρεις το director's cut... 

Το πιο δύσκολο πράγμα στο κόσμο τελικά είναι να παίρνεις συνεντεύξεις από ανθρώπους που γνωρίζεις, γιατί δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός, όσο κι αν το θες. Αξίωμα. 
Είναι όμως κάποιοι, όπως ο Pan Pan, που αξίζουν την προσπάθειά σου, όσο μικρή ή μεγάλη είναι, να φανείς αποστασιοποιημένος... Στην εφημερίδα το κράτησα. Νομίζω πως φάνηκε σαν να μην τον ξέρω. Εδώ όμως -που είναι "σπίτι" μου και δεν λογαριάζω κανέναν -θα σου πω στα μούτρα σου ότι ο δίσκος γαμεί. Και να σου πω και κάτι άλλο; Και να μην βγει ποτέ σαν φυσικό προϊόν, εμένα δεν με νοιάζει. Μου αρκεί που τον έχω και σε mp3. Μου αρκεί επίσης να τον ακούσει όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος και να καταλάβει τι εννοώ. 

p.s. personal favs: Never gonna happen, Sex in a postnoise era.

Πάει η αντικειμενικότητά μου... 


Voila λοιπόν η συνέντευξη και μπες και εδώ να ακούσεις...


Eίναι αρχιτέκτονας, δημιουργός κόμικς αλλά και μουσικός. O Pan Pan (Παναγιώτης Πανταζής), στα 28 του χρόνια, μετράει αρκετά comic books, δεκάδες μουσικά κομμάτια με τα οποία “έντυσε” τις δημουργίες του, κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο (!) και πλέον ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ, που δεν θα βρεις σε φυσική μορφή αλλά μόνο στο bandcamp.com, ένα site που προωθεί νέους μουσικούς και τους βοηθάει, χωρίς την παρουσία δισκογραφικής εταιρείας, να κάνουν γνωστή τη δουλειά τους στο κοινό παγκοσμίως, να την προωθήσουν και ίσως και να την πουλήσουν… Η metro μίλησε με τον φαντάρο τώρα Pan Pan λίγες μέρες μετά το “ανέβασμα” του “Someday, I won’t mind”, ένα μείγμα bedroom electronica και shoegaze, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει… 

Πως προέκυψε η ενασχόλησή σου με τη μουσική;
Ακουγα χιπχοπ στο λυκειο, κι οταν ακους χιπχοπ για καποιο λογο νιωθεις υποχρεωμενος να φτιαξεις και το δικο σου συνηθως. Ετσι κι εγω δοκιμασα σαμπλαροντας λουπες που χοροπηδουσανε αρυθμα με ενα κασετοφωνακι και τους δισκους του πατερα μου. Μετα βγηκα απ τη σπηλια και πηρα ενα σαμπλερ, μετα σιγα σιγα αρχισα να δοκιμαζω και δικες μου συνθεσεις, να ακουω και αλλες μουσικες μεχρι να φτασω στην ενδιαμεση σταση αυτου που ειμαι τωρα, συνεχιζοντας στο δρομο αυτου που θα εχω γινει ως το τελος. wow.

Έχεις σπουδάσει αρχιτεκτονική, αλλά δεν έχεις ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτή. Αντίθετα βασική ενασχόλησή σου (αν ισχύουν αυτά που ήξερα τότε) είναι τα comics και η μουσική. Πόσο θα συνεχίσεις να το κάνεις αυτό;
Οσο με παιρνει. Η κατασταση ειναι περιεργη κι εγω μπηκα φανταρος, την ιδια ωρα που εβλεπα τους φιλους μου απ τη σχολη να χανουν ενας ενας τις δουλειες τους. Βγαινοντας εχω να αντιμετωπισω μια κατασταση διαφορετικη απο αυτην που ειχα παγιωσει με κοπο και μπορουσα να ζω αξιοπρεπως. Ορεξη υπαρχει παντως.

Κατά καιρούς και μέσα από postnoise.com ανέβαζες ιστορίες ολόκληρες σε μορφή comic τις οποίες συνόδευες με μουσική... Πως πήρες απόφαση να μπεις στην διαδικασία της δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ;
 Εφτιαχνα μουσικουλες για χρονια και καποια στιγμη ενιωσα οτι αν παρω καποιες απο αυτες και τις βαλω στη σειρα λενε μια ιστορια για τα οσα αγαπαω και για οτι θελω να πω, να βγει απο μεσα μου και να δω τι υπαρχει μετα. Τα 9 tracks του αλμπουμ ειναι οτι κοσκινισα απο τα τελευταια 5 χρονια που φτιαχνω μουσικη, χωρις να ειναι ενα ατυπο best of, απλα αυτα που σε αυτη τη σειρα λεγανε μια ιστορια που εβγαζε νοημα στο κεφαλι μου.

Γιατί το ανέβασες στο bandcamp κι όχι με τον κλασικό τρόπο να βγάλεις δηλαδή το άλμπουμ σαν φυσικό προϊόν σε κάποια δισκογραφική;
Λογω στρατου ημουν μακρυα απο τη βαση μου, χωρις να μπορω να ψαξω οπως θα ηθελα τη διαδικασια μιας φυσικης κυκλοφοριας. Το bandcamp μου φανηκε μια πολυ ενδιαφερουσα πλατφορμα για τη διακινηση του υλικου και μιας και δεν ειχα να χασω τιποτα ειπα να δοκιμασω.

Έχεις feedback για όλο αυτό που κάνεις;
Ναι. Δεν ειναι πολυς ο κοσμος, αλλα μου φαινεται παθιασμενος κι αυτο με κολακευει.

Τώρα που το someday, maybe i won't mind βρίσκεται στο bandcamp τι σκέφτεσαι να κάνεις στο μέλλον; Άλλο άλμπουμ, άλλο κόμικ άλμπουμ , κανένα αρχιτεκτινικό σχέδιο ίσως;
Να βρω ενα τροπο να το κυκλοφορησω και σε φυσικη μορφη χωρις να χρεωκοπησει κανεις. Απο κει και περα τα παντα. Δουλευω καινουριο κομικς αλμπουμ, δουλευω καινουριες μουσικες, δοκιμαζω τροπους παρουσιασης του υλικου σε live μαζι με φιλους μουσικους και μαζευω σκορπιες ιδεες να τις φτιαξω ενα βιβλιο με οτι ειναι η αρχιτεκτονικη στο κεφαλι μου. Αλλα αυτο που ειναι η πρωτη μου προτεραιοτητα ειναι να αγορασω ενα μαλακτικο για να βαζω στο μουσι που θα αφησω μολις απολυθω.

1.6.10

Cayetano speaking...




Λίγο πριν εμφανιστεί στο Synch (που ξεκινάει την Παρασκευή), ο Γιώργος Μπρατάνης (aka Cayetano) μιλάει για την επερχόμενη δου­­λειά του, τη δισκογραφική του Sala Sonora, το Synch αλλά και το Reworks.


  • Από τη Sala Sonora στην Εtage Noir Recordings. Πώς έγινε αυτή η μετάβαση; Η Sala Sonora ήταν ένα δικό μου δημιούργημα, για να στεγάσω τις ιδέες μου δίχως άγχος και προσπαθώντας να αποφύγω κάθε έκπτωση στη μουσική μου, που ίσως μου ζητούσε κάποια άλλη εται­ρεί­α. Όταν όμως η πρόταση από την Etage Noir ήρ­θε, και μάλιστα με τη βεβαίωση ότι είμαι απόλυτα ελεύθερος να δημιουργήσω, η μετάβαση φαινόταν μονό­δρο­μος. Έτσι κι αλλιώς, πά­ντα είναι καλό να έχεις επιλογές και, όταν αυτές σου παρουσιάζονται, πρέπει να τις εκμεταλλεύε­σαι. Αυτό σημαίνει ότι οι επό­μενες δουλειές μου μπορεί να φιλοξενηθούν και από άλλες εταιρείες. Το θέμα εί­ναι να προχωράμε μπροστά και, εφόσον δεν με δεσμεύει τίποτα, προσπαθώ να βλέπω τα πράγματα πιο ξεκάθαρα.

  • Γιατί έκλεισε η Sala Sonora; Όσο καλύτερα πήγαινε το άλμπουμ «Focused» τόσο με­γαλύτερες ήταν οι απαι­τή­σεις αλλά και οι υποχρε­ώ­σεις... Έφτασα σε σημείο που για έναν χρόνο μεταμορφώ­θη­κα σε λογιστή και δικηγό­ρο, παραμερί­ζοντας τελείως το μουσικό κομμάτι που ή­ταν και το βασικό αντικείμε­νο. Με την πρόταση της Etage Noir κατάλαβα ότι είχα χάσει την ουσία και ότι τελικά το επιχειρηματικό στοιχείο είναι κάτι που λείπει από εμένα. Αποφάσι­σα λοιπόν να την κλείσω.
  • Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με τη μουσική; Δεν νομίζω ότι ήταν θέμα απόφασης... Απλώς συνέβη. Από τα 7 μου χρόνια υπήρξα μέλος μιας φιλαρμονικής και στα 10 μου ήξερα πια ότι αυτό που θέλω να κάνω εί­ναι μόνο μουσική. Σίγουρα βοήθησαν όμως και τα ακούσματα από το σπίτι. Έχω την εντύπωση πως γεννήθηκα με το «Dark side of the moon» στ’ αυτιά μου.

  • Χαρακτήρισε τη μουσική σου με πέντε λέξεις... Αισιόδοξη, ατμοσφαιρική, προσωπική, βιωματική, υπόγεια. 
  • Πέρυσι στο Reworks Festival παρουσιάστηκαν προβλήματα και παράπονα κατά τη διάρκεια της εμφάνισής σας. Τι ακριβώς συνέβη; Σε κάθε μεγάλη διοργάνωση το ρίσκο είναι ιδιαίτερα υψηλό. Πολλές φορές όσο προσεκτικός και αν είσαι και με την καλύτερη διάθεση -που τα παιδιά του Reworks και στα δύο παίρνουν άριστα- υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που αν στραβώσουν, η κατάσταση ξεφεύγει εύκολα απο τον έλεγχο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα παράπονα υπήρξαν διότι ο παράγοντας που τουλάχιστον εμάς μας εμπόδισε ήταν αρκετά απλός. Μια βροχή! Είμαι όμως της άποψης ότι "ουδέν κακό αμιγές καλού". Θεωρώ πως το επόμενο Reworks, μετά απο τα μαθήματα που πήραν, θα είναι το καλύτερο που έχει γίνει.


  • Το Σαββατοκύριακο σε περιμένουμε στην Αθήνα για το Synch. Τι θα ακούσουμε; Θα παρουσιάσω κομμάτια από τους 3 τελευταίους δί­σκους, συμπεριλαμβα­νομέ­νου του δίσκου που κάνα­με με τον Loopa Scava, καθώς και κάποια καινούργια. Η διαφορά με την προηγού­με­νη εμφάνισή μου στο Synch το 2007 θα είναι ότι θα τα πα­ρουσιάσουμε ως Sound­system και όχι με τη 10μελή μπά­ντα όπως τότε. Μαζί με τον Dj Booker θα ρεμιξάρου­με σε πραγματικό χρόνο τα κομμάτα. Live electronics θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κάποιος.
  • Και δισκογραφικά μετά το «Big fall» τι να περιμένουμε; Είναι ήδη έτοιμο το επόμενο άλμπουμ. Θα έχει τίτλο «The better man» και, αν όλα πάνε καλά, θα κυκλοφορήσει το ερ­χόμενο φθινό­πωρο. Πραγματικά το θεωρώ το πιο ολοκληρωμένο και ώριμο έρ­γο που έχω κάνει μέχρι τώ­ρα. Ελπίζω ότι θα αρέσει και σε εσάς!

7.5.10

Matt Elliott speaking

 photo: Victor Malkievic sent by Synch's press center.

A few days ago I did an interview with Matt Elliott, who will be coming to Athens for the Synch Festival which will be taking place on the 4th and 5th of June @ Technopolis.

So here's what he said...

   
The last time you were in Greece it was for the Yiann Tiersen concerts. In June you will be in Athens for the Synch Festival. How do you see the greek audience? Do you get any feedback from Greeks for you work? Do you feel any kind of connection? 
Well, fortunately I have many Greek fans and I am always happy to play in Greece, the last time i played Athens as Matt Elliott it was a wonderful night. I get good feedback from the Greeks that i talk with.

Do you believe that the greek economic crisis will affect your concerts?
Well of course it’s harder for people to go out, and it’s hard for many of my friends over there. I’m not sure if and how it will affect my concerts but that is not as important as how the Greek people will react. I think in many ways Greeks are ahead of Europe and it’s my hope that Greece will find a way to get out of this trap set by international institutions such as the IMF and blundered into by Greece’s corrupt politicians. My hope is that the Greek people will be the first to say enough!

In your songs one can find political messages. Do you believe that music can make a difference in this world? Can it make a change happen? 
I’m not sure, it’s hard to tell. I’m not sure that anyone's mind has been changed by a song but perhaps exactly that has happened countless times. The main reason i inject some politics into my songs is basically to say to the listener “you are not alone in thinking that this system is fucked and is fucking us and is regressive to the point that it is holding back human progression. That most if not all of our leaders are psychotic and need help but not power and wealth, you are not alone in thinking this.”


As Third Eye Foundation you wrote electronic music, while as Matt Elliott we find you in more dark folk melodies and tunes. Which of the two do you prefer the most?
I enjoy both (if enjoy is the right word) i prefer playing live as Matt Elliott because it´s direct, it´s impossible to play a 3ef tune live from scratch there’s simply too much so all you can do is add details whereas with Matt Elliott i sing and play everything. Recording 3ef is much more intense, I really enjoyed recording Howling Songs and so far I’m enjoying the next Matt Elliott.

Which means that you are in the studio?
There will be a new Third Eye Foundation towards the end of the year and a Matt Elliott album hopefully early next year. I’ve already started it so we’ll see how it goes. 


Check here for tickets.
Cheers!


 

5.3.10

Viva Xaxakes!

  • Στους Xaxakes έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Από τότε που είχε βγει το Casanova  τo 2000. To Ηey Mister Όμορφε (1996) το ανακάλυψα μετά. Κι ύστερα ήρθε το Valse των Ελαφιών (2009). Και λίγο μετά την κυκλοφορία του μίλησα και με τον ίδιο τον Γιάννη Νάστα για μια συνέντευξη. Κι εκεί κάπου κατάλαβα ότι πρόκειται για έναν συμπαθέστατο τύπο, που εκτός ότι έχει γράψει μερικά από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια, είναι και πολύ καλός συνομιλητής! Ανοιχτός άνθρωπος, πορωμένος με τη μουσική του και με τα τρία του παιδιά. Αυτό που βλέπεις (ή ακούς στην προκειμένη), αυτό παίρνεις. Δεν δείχνει κάτι άλλο και είναι κάτι άλλο.
  • Μιλήσαμε και πάλι πριν από λίγες ημέρες για να μου πει δυο - τρία πράγματα για το σημερινό live στο Fuzz.
  • Όπως καταλαβαίνεις όχι απλώς θα πάω, έχω προετοιμαστεί κιόλας! Xaxakes από το πρωί στο CDplayer, χορεύοντας μαζί με την σκούπα την ώρα της φασίνας. Η κορυφή του κονταριού της σκούπας χρησιμοποιείται και σαν μικρόφωνο όποτε χρειαστεί!
  • Παρακάτω θα βρεις την συνέντευξη που είχε γίνει το περασμένο καλοκαίρι. Για να καταλάβεις κι εσύ τι εννοώ. 
  • Τα λέμε το βράδυ; Μάλλον! 

XAXAKES ARE BACK!
Το γκρουπ που έφερε τα πάνω κάτω στην ελληνική σκηνή της δεκαετίας του ’90, που ταρακούνησε τα λιμνάζοντα ύδατα της μουσικής της περιόδου, επιστρέφει με έναν δίσκο δυναμίτη! Ο Γιάννης Νάστας, η ψυχή των Xaxakes, δηλώνει παρών με το «Valse των ελαφιών» (Archangel) και υπόσχεται να μην ξανακάνει άλλα δέκα χρόνια για να κυκλοφορήσει άλμπουμ... Η αναμονή επιτέλους τελείωσε! 
Πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια από το «Casanova», το τελευταίο άλμπουμ των Xaxakes, και τα θρυλικά πλέον «Casanova» και «Monte Carlo» και τα «Fly», «Έτσι απλά» και «Στα ξαφνικά» από την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά (Hey Mister Όμορφε) ακούγονται σήμερα πιο φρέσκα από ποτέ. H ηγετική μορφή της μπάντας, ο Γιάννης Nάστας, πραγματική μορφή (!), δηλώνει πως πλέον είναι εδώ για να μείνει, για να κάνει ωραίες δουλειές και μοναδικές συναυλίες. «Eίμαι πανέτοιμος για συναυλίες. Ακόμα και τώρα βέβαια δεν παίζω τα καλοκαίρια, γιατί δεν γουστάρω να παίζω μέσα στην ντάλα. Θέλω να κρυώσει λίγο ο καιρός, να κάνω το μπάνιο μου, να βάλω ένα καλό ρούχο, να βγω και να το διασκεδάσω. Από Σεπτέμβρη και μετά οι συναυλίες. Άσε που θέλει καιρό ο κόσμος να χωνέψει το άλμπουμ. Να περάσει λίγος καιρός, να γίνει σούσουρο, να το ακούσουν και μετά να περάσουμε στα live και τα σπάσουμε! Το καλύτερο κομμάτι να δώσεις στο κοινό, όταν δεν το ξέρει, δεν θα αντιδράσει».

Το νέο άλμπουμ
Tο «Valse των ελαφιών» έχει ελάχιστες μέρες που έχει βγει στις προθήκες των δισκοπωλείων. Mια αξιοπρόσεκτη δουλειά, δημιουργημένη με πολύ μεράκι. «Eίχε δουλειά αυτό το άλμπουμ, μιλάμε για πολλή δουλειά. Πόσο καιρό; Δεν ξέρω πόσο χρόνο πήρε για να γίνει. Εγώ δεν μετράω τον χρόνο. Δεν είναι ο χρόνος. Πριν από πέντε-έξι χρόνια πήγαινα, έγραφα μια ωραία μελωδία, μου άρεσε τόσο πολύ, μετά μου ερχόταν ένα άλλο κομμάτι, το έγραφα κι αυτό. Πλακωνόμουν 5-6 μέρες, το έστρωνα και με αυτόν τον τρόπο σιγά-σιγά μαζεύτηκαν τα τραγούδια. Αργότερα, σε κάποια φάση που πιέστηκα τόσο πολύ να το κάνω το άλμπουμ, γιατί με πίεσε ο κόσμος, με έβριζαν στον δρόμο, με κοροϊδεύαν πια, ε, “αναγκάστηκα” και πλακώθηκα το τελευταίο εξάμηνο. Αλλά ήδη η δουλειά ήταν προχωρημένη, ήταν σχεδόν τελειωμένη». Δεν μιλάμε για ένα εύκολο άλμπουμ. H αλήθεια είναι πως το τρίτο CD των Xaxakes θέλει πολλές και προσεχτικές ακροάσεις. Nα το ακούσεις, να το ξανακούσεις, να διαβάσεις τους στίχους του κάθε κομματιού, να μπεις μέσα στο τραγούδι, να καταλάβεις τι θέλει να σου πει ο Nάστας. «Έχει τόσες εναλλαγές αυτό το άλμπουμ, σε ενορχηστρώσεις, σε εικόνες, σε συναισθήματα, είναι πολύ πλούσιο, που θέλει χρόνο για να το καταλάβεις. Θέλει πολύ χρόνο. Μπορεί, ας πούμε, να ακούσεις τώρα το “Τι ωραία που είναι στη βροχή” και να μη σου πει τίποτα και να το ξανακούσεις τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο, που θα έχει ψυχράνει ο καιρός, και μπορεί να σε στείλει κανονικά. Το “Valse των ελαφιών” έχει βαριά κομμάτια, που θέλουν χρόνο και πολλές ακροάσεις. Μη μου πεις όμως να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι. Δεν μπορώ. Τα εύκολα κομμάτια είναι πολύ δύσκολα. Είναι δύσκολο να κάνεις hit με τον τρόπο που κάνουν οι Xaxakes. Έχουν νύχια τα τραγούδια μας».
Στις λίγες ημέρες που κυκλοφορεί ο δίσκος, ο Γιάννης έχει ήδη λάβει τα πρώτα – θετικά – μηνύματα από το πιστό κοινό. «Είναι πολύ καλό το feedback. Aν και το CD τώρα αρχίζει κι ανοίγει τα φτερά του. Mιλάω όμως με πολύ και καλό κόσμο και αντιλαμβάνομαι ότι είναι ενθουσιασμένοι με αυτό. Εγώ υπολογίζω στον πολύ δύσκολο άνθρωπο, στο δύσκολο κοινό, που μεταξύ τους θα ψηθούν. Οι άνθρωποι που θα πάρουν το άλμπουμ και θα το ακούσουν».

2001-2009
Δεν είναι και λίγα τα σχεδόν δέκα χρόνια που έλειψαν από το προσκήνιο… «Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να συμβαδίσω με αυτόν τον τρόπο, τον ρυθμό ότι είμαι σε γκρουπ, ότι κάνω κάτι συγκεκριμένο. Σαν άνθρωπος, είμαι πιο ελεύθερος. Αγαπώ περισσότερο τη ζωή. Τη μουσική τη λατρεύω, μια ζωή με αυτήν μεγάλωσα, δεν μπορώ χωρίς αυτή. Αλλά η ζωή είναι αυτή που θέλω να ακολουθήσω πάνω από όλα. Θέλω, ας πούμε, να μην ακούσω μουσική στο αυτοκίνητο για πέντε χρόνια. Δεν θα ακούσω, δεν έχω στερεοφωνικό στο αυτοκίνητο, δεν μου αρέσει για μεγάλες περιόδους να ακούω μουσική. Δεν θέλω. Είμαι λάτρης της μουσικής και μετά με πιάνει το αντίθετο. Είχα βαρεθεί να κάνω συναυλίες – και πολύ καλές και πολύ κακές και πολύ κατεστραμμένες, πολύ ξενύχτι. Δεν το άντεξα σε κάποια φάση. Λέω, θα πεθάνουμε. Η παρέα μου – η μπάντα – είμαστε πιο τρελός ο ένας από τον άλλο, οπότε βουτούσαμε μέσα σε αυτό το πράγμα και δεν είχαμε τελειωμό. Δεν ήταν η δουλειά η κλασική, που πάει ένα γκρουπ και παίζει. Εμείς βγαίναμε και κάναμε πάρτι μέχρι το επόμενο πρωί. Πηγαίναμε και κερνούσαμε τον κόσμο ποτά, κάναμε κατανάλωση στο μπαρ. Για να καταλάβεις, σε μια συναυλία είχα ξοδέψει 150.000 δρχ και σε μια άλλη 200.000 δρχ. Πήγαινα στον μπάρμαν και του έλεγα “φύγε εσύ, δεν γουστάρω να πίνω εγώ και οι άλλοι από κάτω να ξεροσταλιάζουν, επειδή εσείς είχατε βάλει την τιμή στο ποτό στα ύψη, λες και είμαι ο Βοσκόπουλος! Δώσε στον κόσμο λίγο χαρά, μη βάζεις το εισιτήριο τόσο ακριβό και τον αναγκάζεις να πάρει και το ποτό”. Δηλαδή, με την καλή του να βγει ο άλλος, πρέπει να έχει πάνω του 200-300 ευρώ, για να πει “κάνω αυτό που γουστάρω”. Ε, τι θα γίνει μετά; Σε εκείνο το σημείο κατάλαβα ότι έπρεπε να ξεκουραστώ. Να πάρω λίγη ενέργεια, να γίνω, νομίζω, ακόμα πιο ουσιαστικός σε κάποια πράγματα και να πω, “ξέρεις κάτι; Ξαναγύρισα κι είμαι εδώ πια για να παίζω πάλι μουσική, αλλά να παίξω καλή μουσική”».

Από την πολυεθνική
στην ανεξάρτητη δισκογραφική
Aπό το «Casanova» του 2000 στη Sony, στο «Valse των ελαφιών» του 2009 στην Archangel. «Η πολυεθνική μπορεί να σου λύσει άμεσα προβλήματα, του στυλ πλήρωσέ με για αυτή τη δουλειά, δώσε μου χρήματα. Στην Archangel πίστεψαν στο “Valse των ελαφιών”. Aπό την αρχή όταν τους είπα η δουλειά αυτή θα στοιχίσει τόσο, έβαλαν αμέσως λεφτά! Είναι μεγάλη κίνηση αυτό. Οι πολυεθνικές, από την άλλη, έχουν περισσότερες άκρες, γιατί είναι πιο υποχρεωμένα τα ραδιόφωνα σε αυτές – αλλά για ποια ραδιόφωνα μιλάμε αυτή τη στιγμή; Πιστεύω πολύ στα παιδιά στην Archangel. Δουλεύουν άσχετα από το κέρδος. Ξέρουν τι έχει ο δίσκος μέσα. Είναι άλλος ο τρόπος που προσεγγίζει μια ανεξάρτητη δισκογραφική το έργο κάποιου τραγουδοποιού· είναι ο τρόπος που θα μιλήσουν για τη δουλειά του, ο τρόπος που θα πάρουν τηλέφωνο τον δημοσιογράφο για να του μιλήσουν για το άλμπουμ. Δεν είναι πέντε απρόσωπα ραδιόφωνα, που θα τα πληρώσουν κάποια λεφτά, για να παίξουν τα κομμάτια. Δεν είναι απρόσωπο. Στη Sony ήξεραν τρία άτομα μέσα στην εταιρεία τι είχε ο δίσκος μέσα, κι αυτοί με τα χίλια ζόρια. Οι άλλοι στο διπλανό γραφείο δεν σε ήξεραν καν. Όχι δεν ήξεραν τη μουσική σου· δεν σε ήξεραν εσένα προσωπικά. Πολλή ψύχρα. Πήρα απαλλακτικό από τη Sony γιατί γύρισα και τους είπα ότι θέλω να ξεκουραστώ, θα ξανακάνω άλμπουμ μετά από 5-10 χρόνια, και στη συγκεκριμένη εταιρεία είχαμε συμβόλαιο για αρκετά άλμπουμ μετά το “Casanova”. Τους το είπα και πραγματικά το εννοούσα κι έτσι με άφησαν, γιατί με ήξεραν σαν άνθρωπο. Εγώ θέλω να κάνω αυτό που μου αρέσει. Κάνω το “Μonte Carlo” και καπάκι κάνω τον “Βασιληά”, γιατί αυτός είναι ο Νάστας. Δεν θέλω τον χαβαλέ μόνο· θέλω να είμαι και cult. Είναι θέμα των πολλών μου προσωπικοτήτων μέσα στη μουσική. Mου έλεγαν, “γιατί δεν κάνεις πέντε ‘Monte Carlo’” κι έλεγα “γιατί δεν είναι οι Xaxakes αυτό”. Δεν μπορώ τόση λάμψη συνέχεια και το κοινό να είναι μόνο τέτοιο».

Οι Xaxakes
«Είμαι πολύ χαρούμενος τελικά για αυτό που δημιούργησα. Γιατί δεν πάτησα πάνω σε κανέναν Έλληνα τραγουδοποιό – ήταν κάτι τελείως καινούργιο. Το “Fly”, όταν βγήκε, το “Ξαφνικά” με την Κινέζα... Θεωρώ ότι πάντα ήμασταν πολύ μπροστά από την εποχή. Είχα πολλά κομμάτια, πάτησα σε μένα, δεν είχα κανένα άλλο πάτημα, ότι θα τραγουδήσω έτσι γιατί τραγουδάει κι αυτός έτσι. Ήταν τελείως δική μου επιλογή, αλλά ήταν ουσιαστικά επειδή μου άρεσε τόσο πολύ η αμεσότητα που δίνει η ελληνική γλώσσα, κι ας χάνει λίγο στο στυλ του τραγουδιστή, ότι θα μπορούσα να ψήσω το κοινό περισσότερο αν τραγουδούσα ξένο, όπως στα live που τραγουδάω ξενόγλωσσα και είναι σούπερ. Λένε όλοι “τι ωραίοι που είναι οι ξένοι στίχοι, τι ωραία που ακούγονται” και ξαφνικά στα κομμάτια μας μπαίνει το ελληνικό στοιχείο και τα **μάει όλα! Στο “L’ amour”, ας πούμε, που ξεκινάει με γαλλικά, το ακούς και λες τι ωραίο κομμάτι, ξαφνικά ακούς τους στίχους στα ελληνικά και σε στέλνει! Λες, ωχ, τι έγινε τώρα εδώ… Είναι πολύ ωραία και η ελληνική γλώσσα, αν τη γουστάρεις και την αγαπήσεις».

Η επιστροφή...
«Μιλάμε για ουσιαστικό comeback, με όλη την μπάντα που ήταν από το 1995. Οικογενειακή κατάσταση – έτσι γουστάρω, μου αρέσουν οι άλλοι με όλα τους τα κουσούρια. Θα ήμουν αχάριστος να ψάχνω συνεχώς για καινούργιο κόσμο για την μπάντα. Άσε που μπαίνει καινούργιος κόσμος, απλώς ο πυρήνας είναι ο ίδιος, ο παλιός· είναι οι Χaxakes».



23.2.10

Konstantin Gropper speaking...


Πριν από λίγες ημέρες έκανα αυτή τη συνέντευξη με τον Konstantin Gropper των Get Well Soon με αφορμή το Vexations, το δεύτερό τους άλμπουμ. Σήμερα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα που δουλεύω, αλλά φυσικά πετσοκομμένη. Εδώ μπορείς να την διαβάσεις ολόκληρη. Είναι η έκπληξη που σου έλεγα χθες το βράδυ. 

  • At what age did you start playing music? I read that your father was a music teacher. Was that why you got involved with it? Music was definitely the main thing at home. When I was five a started to learn an instrument. I picked the cello. I founded my first band when I was 13. That’s when I started to write songs. 
  • Before Get Well Soon you were in another band, Your Garden. Why did you leave? I just left the area where I grew up. I had to move from the countryside to study. But the band never officially split up. We just didn’t play together for ages. And everyone from that band is doing something else now, only one member is still playing in Get Well Soon. But we always make make plans to get together again. 
  • What are your musical influences? Are there artists that you look up to? I grew up with classical music. That is still a very big influence to me. When I started to write songs I guess it was the Grunge-Era with Sonic Youth, Smashing Pumpkins and Nirvana. I discovered the “quieter tones” with Leonard Cohen and Tom Waits. Folkloric music from all over the world is always a big inspiration. But I couldn’t name a favorite Band or artist. 
  • What differences to do you, as a composer, find between “Rest Now Weary Head! You Will Get Well Soon” and “Vexations”? The main difference to me was the time in which they were done. For “Rest Now…” I collected songs for years and for “Vexations” it was one concentrated period of work. About 4 months. So to me Vexations is a more closed and round work, it is more of an actual album. Also for the first time I recorded in a real studio. After I finished my home-recordings I went to an old classical studio to record strings, drums and brass. So this time everything is real on the album. And it was played in real, beautiful and big rooms. That makes it sound more vivid and human to me. 
  • Even though you are German you sing in English. Were you at any time tempted to sing in your mother tongue? Do you think that by using the German language you would have narrowed down your audience? I tried to sing in german. It never worked for me. I think the language might be to hard for my melodies. I started to write in English because I was mostly influenced by American bands, so it became my routine. We’re touring now the whole of Europe, which might not be possible if I sang in German, but that was never the reason why it did it. 
  • Your lyrics are more like poems with music filled with cynicism and pretty philosophical… What inspires you to write them? I am mostly inspired by art. Literature mostly, but also films and visual art. This time I used a lot of quotes on the album. I had my topics and did some research on them at works of other authors. So it’s kind of more a collage of quotes than actual original lyrics. I really liked this idea, because I don’t see myself as a person in the centre of it. The centre is the artwork. That it can get a bit philosophical at times, is just because I’m interested in these kind of topics. 
  • Listening to both of your albums I can easily understand that none of your songs are radio-friendly. Despite that, both Vexations and Rest now… are a success, with your first album gaining rare reviews from both critics and the audience. How do you explain that? I guess I can’t explain that. I just realized that my music seems to be accepted by a very diverse audience. People from 16 to 60 years of age come to my concerts and the most different media wrote about the music. I don’t know the reason, but of course I’m very happy about it. Maybe there is an emotional level in the music that’s not limited to some kind of scene. But, again, I don’t know. 
  • How do you feel about people downloading your work, considering the fact that we are going through a very difficult economic period? Would you ever consider releasing an album only in a download format? I really like actual records. I like to buy them and all my releases are always available on CD and Vinyl. I hope it will continue like that. Also my audience still seems to buy. I can’t complain at the moment. 
  • Do you have any plans in visiting Athens any time soon? I definitely hope so. I think there are plans being made. Nothing definite, but I’m pretty sure it will happen in 2010. 
  • I know it’s a bit early to ask, since Vexations was just released, but do you have any plans for a third album? At the moment I’m on tour and that is my main concern. Since the release of the first album, I was constantly working, so I guess I will take some time off after the touring with Vexations. So: no, no actual plans for album Nr.3 yet.